Στο ίδιο μετερίζι αγώνα με τους Τ/κ δημοσιογράφους

Για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι δημοσιογράφοι στη χώρα μας αλλά και τα προβλήματα που έχουν ενώπιον τους και στις δυο κοινότητες του νησιού αναφέρεται μεταξύ άλλων ο Πρόεδρος της Ενωσης Συντακτών Κύπρου Γιώργος Φράγκου στο Voice of the Island.

Της Ελένης Κωνσταντίνου

Ο κύριος Φράγκος σημειώνει και τη συνεργασία που έχει η Ενωση Συντακτών με τις αντίστοιχες τουρκοκυπριακές συνδικαλιστικές οργανώσεις και πως αυτή αντικατοπτρίζεται στην πράξη. Παράλληλα αναφορά γίνεται και για τα όσα διαδραματίζονται στην εποχή του κορωνοϊού και πως αυτά έπληξαν τους δημοσιογράφους.

Κύριε Φράγκο, η πανδημία του κορωνοϊού, που δυστυχώς ακόμα τελεί υπό εξέλιξη ανά την υφήλιο, έστω κι αν στην πατρίδα μας βρίσκεται σε ύφεση, έδωσε μηνύματα στη δημοσιογραφική οικογένεια; Πώς έχουν επηρεαστεί από αυτήν Ε/κ και Τ/κ δημοσιογράφοι;

Η πανδημία ανέδειξε περεταίρω το ρόλο της διαδικτυακής δημοσιογραφίας, αλλά κατέδειξε και μια σειρά από προβλήματα και δυσχέρειες που ήδη αντιμετωπίζονται στον κλάδο, αλλά μεγιστοποιήθηκαν επί των ημερών της. Οι πρόσθετοι περιορισμοί, αν και επιβεβλημένοι στις πλείστες των περιπτώσεων, επέφεραν περισσότερες δυσκολίες στο έργο μας και πρωτίστως στην πτυχή της δημοσιογραφικής δράσης που αφορά τον έλεγχο των κρατούντων, των αρμοδίων και των κέντρων λήψης αποφάσεων. Επιπρόσθετα, υπήρξε πλήγμα σε όλες στις επιχειρήσεις ΜΜΕ, που βρήκε την έκφραση του κατά τρόπο δραματικό και επί των δημοσιογράφων, των εργαζομένων δηλαδή στο συγκεκριμένο κλάδο. Συγκριτικά ομιλούντες, οι Τ/κ συνάδελφοί μας αντιμετωπίζουν περισσότερα και μεγαλύτερα προβλήματα από εμάς, τους Ε/κ, αλλά και τα δικά μας δεν είναι καθόλου αμελητέα.

Ως πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου έχετε αναπτύξει μια συνεργασία με τις αντίστοιχες τουρκοκυπριακές συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Η συνεργασία μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων δημοσιογράφων δεν ξεκίνησε επί των ημερών μας. Υπάρχει λαμπρή παράδοση αγαστής συνεργασίας εδώ και δεκαετίες μεταξύ Ένωσης Συντακτών και Συντεχνίας Εργατών Τύπου Basin Sen, όπως επίσης και με τον Τουρκοκυπριακό Σύνδεσμο Δημοσιογράφων. Επί των ημερών μας η δικοινοτική συνεργασία των δημοσιογράφων εξελίχθηκε τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά.

Στις περιοχές που ελέγχουν οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας υπάρχει η Ένωση Συντακτών Κύπρου που είναι ταυτόχρονα και συνδικαλιστικό όργανο και επαγγελματικός σύνδεσμος. Στο άλλο κομμάτι της πατρίδας μας λειτουργούν χωριστά η Συντεχνία και ο Σύνδεσμος. Εμείς παραδοσιακά διατηρούμε πολύ καλές σχέσεις και με τις δυο οργανώσεις, που ασφαλώς δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Με την Basin Sen ειδικά, επειδή είμαστε και οι δύο μέλη της Ευρωπαϊκής αλλά και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων, η συνεργασία μας αναπτύσσεται και εκτός των συνόρων της πατρίδας μας. Και μπορώ να πω ότι τα τελευταία δέκα χρόνια δεν υπήρξε καμία περίπτωση που να μην ψηφίσουμε με τον ίδιο τρόπο, ταυτόσημα δηλαδή, και οι δυο οργανώσεις σε όποια θέματα εγείρονται είτε σε ευρωπαϊκό είτε σε διεθνές επίπεδο. Οι ψήφοι της Κύπρου είναι πάντα ενιαίες, κοινές στην ίδια θέση. Και αυτό δείχνει πόσο μπορεί να σφυρηλατηθεί περαιτέρω αυτή η συνεργασία.

 

Στην πράξη πώς αντικατοπτρίζεται η συνεργασία αυτή;

Η συνεργασία μας εδράζεται πάνω σε κοινές αρχές και αξίες. Αναζητούμε πάντοτε κοινά σημεία και συγκλίσεις και οικοδομούμε πάνω τους. Κυρίως μας ενώνουν τα προβλήματα συνδικαλιστικής υφής. Για παράδειγμα, η οικονομική κρίση που άγγιξε τον Τύπο, δεν άφησε αλώβητους τους δημοσιογράφους, Ε/κ και Τ/κ. Άρα έχουμε τι να συζητήσουμε, από πού να αντλήσουμε διδάγματα ο ένας από τον άλλο και από πού να αρχίσουμε για να προωθήσουμε κοινά αιτήματα και θέσεις.

Να σημειώσω ωστόσο ότι η κύρια και ποιοτική ειδοποιός διαφορά των τελευταίων χρόνων έγκειται στο ότι για πρώτη φορά συνήψαμε πρωτόκολλο συνεργασίας οι τρεις οργανώσεις υπό την αιγίδα του Γραφείου για την Ελευθερία του Τύπου του ΟΑΣΕ. Αυτό συνέβη το 2017 και χαιρετίστηκε και από τον Γ.Γ. του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες. Αυτό το πρωτόκολλο υλοποιούμε από τότε με συνέπεια, πιστή, προσήλωση και ποικιλόμορφες δράσεις. Το πιο πρωτοποριακό που έχουμε κάνει, υπό την αιγίδα πάντα του ΟΑΣΕ και στα πλαίσια του προγράμματος «Κυπριακός Διάλογος» είναι οι ανταλλαγές δημοσιογράφων από τη μια κοινότητα στην άλλη. Το ειδικό αυτό πρόγραμμα και τις δυο φορές που έχει πραγματοποιηθεί έχει στεφθεί με επιτυχία με απτά αποτελέσματα που έχει να κάνει όχι μόνο με την περίοδο που αυτό διαρκεί. Αλλά θέτει τις βάσεις για μια συνεργασία που μπορεί να συνεχιστεί σε μακροχρόνια και μόνιμη βάση. Η αρχική ιδέα αφορά στο να δουν οι δημοσιογράφοι από τη μια κοινότητα πως εργάζονται οι συνάδελφοι τους στην άλλη κοινότητα. Ποιες είναι οι δημοσιογραφικές προτεραιότητες που απασχολούν τη κοινή γνώμη στη μια πλευρά και στην άλλη και στο δεύτερος σκέλος του προγράμματος, επιστρέφοντας πίσω στην κοινότητα τους να κάνουν κοινωνό τη δική τους κοινότητα για το ισχύει και το τι συμβαίνει στην άλλη κοινότητα. Συνήθως ενημερωνόμαστε για το τι συμβαίνει στην άλλη κοινότητα μέσω ανταποκριτών και ειδησεογραφικών πρακτορείων που είναι και μια παραδοξότητα της κυπριακής πραγματικότητας να μαθαίνουμε τι συμβαίνει στο βόρειο μέρος της πατρίδας μας μέσω ανταποκριτών από την Κωνσταντινούπολη για παράδειγμα, τη στιγμή που μας χωρίζουν μόλις μερικά χιλιόμετρα από το χώρο που διαδραματίζονται τα όποια γεγονότα παρουσιάζουν δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Αυτή η συνεργασία έχει σε κάποιο βαθμό διευρυνθεί, έχουν δημιουργηθεί γέφυρες επικοινωνίας και συγκροτηθεί διμερείς συνεργασίες μεταξύ επιχειρήσεων ΜΜΕ, αλλά και των ίδιων των δημοσιογράφων. Υπάρχουν πλέον ομάδες στα κοινωνικά δίκτυα, όπως είναι το facebook, το twitter, το Instagram νέων δημοσιογράφων που επικοινωνούν μεταξύ τους. Δεν αρκούνται στην πληροφόρηση που παρέχει η επίσημη πλευρά του καθενός, διασταυρώνουν μια πληροφορία και με την άλλη κοινότητα προτού την επεξεργαστούν δημοσιογραφικά και την μεταδώσουν. Αυτή η εξέλιξη  δημιουργεί μια δυναμική, μια προοπτική που μόνο ελπιδοφόρα μπορεί να χαρακτηριστεί.

 

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι και στις δυο κοινότητες εκτιμάτε ότι είναι κοινά;

Τα θέματα της ελευθεροτυπίας, της ελευθερίας έκφρασης, του πλουραλισμού των απόψεων, της εξάρτησης από οικονομικούς παράγοντες για τη δημοσιογραφία ισχύουν και στις δυο κοινότητες όπως ισχύουν και σε όλο τον κόσμο. Βέβαια οι διαβαθμίσεις που αντιμετωπίζονται αυτά τα προβλήματα είναι διαφορετικές σε κάθε περίπτωση. Όμως η ουσία παραμένει η ίδια, στην Κύπρο όπως και στον υπόλοιπο κόσμο, τόσο στα εδάφη που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και στα εδάφη που δεν ελέγχει, οι δημοσιογράφοι βρίσκονται αντιμέτωποι με αυτά τα ζητήματα, που διαβρώνουν την ελευθερία έκφρασης, που συρρικνώνουν την ελευθεροτυπία και δημιουργούν προβλήματα στην έκφραση του πλουραλισμού των απόψεων.

Για αυτά τα ζητήματα έχουμε στο πλευρό μας τα θεσμικά όργανα της δημοσιογραφικής οικογένειας ανά το παγκόσμιο, είμαστε μέρος της δημοσιογραφικής οικογένειας ανά το παγκόσμιο και παλεύουμε με όλες τις οργανώσεις από κοινού.

 

Διανύετε τη δεύτερη σας θητεία ως Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου, ποια είναι η κύρια πρόκληση που αντιμετωπίζετε;

Προσπαθούμε, όσο το δυνατό περισσότερο, να κατοχυρώσουμε το επάγγελμα μας, να διασφαλίσουμε ότι θα εργοδοτούνται επαρκείς δημοσιογράφοι, καταρτισμένοι και συνδικαλιστικά ενεργοί γιατί πιστεύω ότι δεν υπάρχει υποκατάστατο της συλλογικής μορφής πάλης και διεκδίκησης. Μόνο μέσα από αγώνες, μέσα από οργανωμένη πάλη, μπορούν να επιτευχθούν πράγματα, να κερδηθούν αιτήματα, ωφελήματα, διεκδικήσεις και να μπορέσουμε να βελτιώσουμε το επίπεδο και την ποιότητα της δημοσιογραφίας που παράγεται στον τόπο μας και παράλληλα να βελτιώσουμε τις συνθήκες κάτω από τις όποιες εργάζονται οι δημοσιογράφοι. Γιατί όσο πιο καλές είναι οι συνθήκες τόσο πιο ποιοτικό θα είναι και το αποτέλεσμα. Η κάθε ευνομούμενη πολιτεία, εάν είναι πραγματικά δημοκρατική και πλουραλιστική, έχει ανάγκη από ποιοτική και κριτική δημοσιογραφία. Ο μέγιστος και πρώτιστος ρόλος του δημοσιογράφου είναι να ελέγχει όλα τα κέντρα λήψης αποφάσεων, όλα τα κέντρα εξουσίας, κατά πόσο εξυπηρετούν αυτό που αποκαλούμε καλώς νοούμενο συμφέρον των απλών πολιτών.

 

Ωστόσο σήμερα πιο έντονο θα έλεγα είναι το φαινόμενο όπου αντί να ελέγχουν, ελέγχονται ορισμένοι δημοσιογράφοι.

Οι δημοσιογράφοι είναι μέρος του κοινωνικού γίγνεσθαι ως εκ τούτου και δέχονται επιδράσεις αλλά και επιδρούν οι ίδιοι με τη σειρά τους στην κοινωνική δραστηριότητα. Το λύειν και το δεσμείν δεν είναι δυστυχώς αυτοί που παράγουν το τελικό δημοσιογραφικό προϊόν, αλλά αυτοί που κατέχουν τα μέσα παραγωγής του δημοσιογραφικού προϊόντος που είναι η εργοδοτική πλευρά. Οι ιδιοκτήτες αυτών των μέσων, είτε μιλούμε για έντυπο, είτε διαδικτυακό, ή ηλεκτρονικό Τύπο. Το τοπίο το καθορίζουν οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής δημοσιογραφικού προϊόντος. Λόγω του ότι είμαστε μικρή αγορά και ευάλωτη λόγω του μεγέθους μας σημαντικό ρόλο παίζουν και οι υπόλοιπες επιχειρήσεις που διαφημίζονται μέσω των ΜΜΕ. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, για παράδειγμα, ότι την εποχή της τραπεζικής κρίσης δεν είχαμε δει πολλά επικριτικά ρεπορτάζ για τον τρόπο που ασκείτο το τραπεζικό επιχειρείν την ώρα που επιμεριζόταν μεγαλύτερες ευθύνες από όλους για την κατάσταση. Υπήρχε ο παράγοντας διαφήμιση του τραπεζικού τομέα στα ΜΜΕ που λειτουργούσε ανασχετικά στο να παραχθούν και να δημοσιευτούν τέτοια ρεπορτάζ.

 

Μέσα από τις επαφές που έχετε στο εξωτερικό πού εκτιμάτε ότι βρίσκεται το επίπεδο της δημοσιογραφίας στην Κύπρο;

Σε επίπεδο παραγωγής δημοσιογραφικού έργου είμαστε σε καλό επίπεδο, σε επίπεδο συνδικαλίζεσθαι έχουμε κάνει δυστυχώς βήματα πίσω το τελευταίο διάστημα. Με δεδομένο το γεγονός ότι συλλογική μας σύμβαση είναι στην ουσία ανενεργός τα τελευταία 8 χρόνια, οι εργασιακές σχέσεις έχουν αποδομηθεί. Όχι μόνο στον δημοσιογραφικό τομέα και σε άλλους. Στα προηγούμενα χρονιά μέχρι και το 90-95% των δημοσιογράφων ήταν ενεργοί συνδικαλιστικά. Σήμερα μια μεγάλη μερίδα συναδέλφων, είτε για υποκειμενικούς, είτε για αντικειμενικούς λόγους, δεν είναι οργανωμένοι. Κι αυτό είναι μεγάλο μειονέκτημα για όλους τους δημοσιογράφους, αλλά και για την ίδια τη δημοσιογραφία.

 

Έχετε εργαστεί πολλά χρόνια στην έντυπη δημοσιογραφία και γνωρίζετε πως λειτουργεί το επάγγελμα από πρώτο χέρι, θεωρείτε ότι σήμερα τα πράγματα είναι καλύτερα για τους δημοσιογράφους ή χειρότερα;

Διττό το όλο πρόβλημα. Ναι το έργο έγινε πιο δυσχερές, και πιο ανταγωνιστικό λόγω των ταχυτήτων που παράγεται πλέον το δημοσιογραφικό προϊόν. Από την άλλη έγινε και πιο ευχερές αυτό το έργο γιατί τα τεχνολογικά μέσα για να διερευνηθεί ένα ζήτημα είναι καλύτερα, αρτιότερα και γρηγορότερα. Σήμερα βέβαια, αρκετά συχνά, παρατηρούμε ότι η ταχύτητα λειτουργεί σε βάρος της ποιότητας, όπως και ο ανταγωνισμός και η εντυπωσιοθηρία που πάντα υπήρχε στον κλάδο μας, όμως σήμερα είναι πιο έντονο το φαινόμενο και επιδρά καταλυτικά σε βάρος της ποιότητας και της πραγματικής δημοσιογραφίας.

 

Ποιος είναι ο ρόλος του δημοσιογράφου σήμερα;

Οι δημοσιογράφοι εκτός από το να ενημερώνουν την κοινή γνώμη έχουν χρέος να προετοιμάζουν τη κοινή γνώμη ως εκ τούτου θεωρώ ότι με το παράδειγμα μας ως επαγγελματίες διαχειριστές και διαμορφωτές της κοινής γνώμης έχουμε χρέος οι δημοσιογράφοι να προετοιμάσουμε την κοινωνία τόσο στη μια όσο και στην άλλη κοινότητα για το αυριανό κοινό μας μέλλον. Πρέπει να μάθουμε να συλλειτουργούμε, όχι μόνο οι δημοσιογράφοι βέβαια, αλλά και οι εκπαιδευτικοί και οι τεχνίτες και οι γιατροί κλπ. Οφείλουμε να κτίζουμε γέφυρες με την άλλη κοινότητα εάν θέλουμε να δούμε τον τόπο μας ελεύθερο και ενωμένο. Εμείς αυτό το χρέος το αντιλαμβανόμαστε και στο μέτρο του δυνατού προωθούμε τη δικοινοτική συνεργασία μεταξύ των δημοσιογράφων.

 

Υπήρξαν όμως παραδείγματα, το τελευταίο κυρίως διάστημα, όπου ρεπορτάζ ή άλλα δημοσιογραφικά κείμενα είχαν ένα στίγμα φοβικό και κάπου έσπερναν και τον πανικό μέσα στη κοινή γνώμη.

Η κοινωνία δεν προετοιμάζεται με το να αναδεικνύουμε σε μέγιστο ζήτημα το κάθε απειροελάχιστο ψήγμα αρνητισμού που απαντάται είτε στη μια είτε στην άλλη κοινότητα. Αντιθέτως, το χρέος μας είναι να μεταδίδουμε το κάθε συμβάν στις πραγματικές του διαστάσεις, να μην μεγιστοποιούμε τον αρνητισμό και να μην αποκρύβουμε, να διαγράφουμε ή να υποβαθμίζουμε ό,τι θετικό τεκταίνεται στη δικοινοτική συνεργασία. Δυστυχώς τέτοιες στάσεις παρατηρούνται και στη μια και στην άλλη κοινότητα. Με παράπονο θέλω να υπογραμμίσω ότι το φαινόμενο του αρνητισμού είναι ανεπτυγμένο περισσότερο στην ελληνοκυπριακή πλευρά.

Voice Of The Island

Related Articles

Back to top button
Close